γρηγορώ

(AM γρηγορῶ, -έω)
1. μένω άγρυπνος
2. φρουρώ, προσέχω άγρυπνα («φύλακες, γρηγορείτε»)
μσν.- νεοελλ.
βιάζομαι, σπεύδω
νεοελλ.
φρ. «γρηγορώ τη στράτα» — συντομεύω, επιταχύνω τον δρόμο
μσν.
1. ξυπνάω
2. επανακτώ τις αισθήσεις, συνέρχομαι
3. επαναφέρω κάποιον στις αισθήσεις του
αρχ.
είμαι ζωντανός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (παρακμ.) εγρήγορα τού εγείρω*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γρηγορώ — βλ. πίν. 73 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γρηγορώ — γρηγόρησα, είμαι σε εγρήγορση, επαγρυπνώ: Φρουροί γρηγορείτε! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρηγορῶ — γρηγορέω to be pres subj act 1st sg (attic epic doric) γρηγορέω to be pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρηγόρησις — γρηγόρησις, η (Α) [γρηγορώ] εγρήγορση, επαγρύπνηση …   Dictionary of Greek

  • ευγρηγόρησις — εὐγρηγόρησις, ἡ (Α) το να βρίσκεται κανείς σε εγρήγορση, να φροντίζει άγρυπνα κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γρηγόρησις «το να είναι κανείς άγρυπνος» (< γρηγορώ «αγρυπνώ»] …   Dictionary of Greek

  • προγρηγορώ — έω, Α βρίσκομαι σε εγρήγορση, αγρυπνώ από πριν. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + γρηγορῶ «βρίσκομαι σε εγρήγορση»] …   Dictionary of Greek

  • συγγρηγορώ — έω, Μ βρίσκομαι σε εγρήγορση, αγρυπνώ μαζί με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + γρηγορῶ «μένω άγρυπνος, φρουρώ»] …   Dictionary of Greek

  • Γρηγόριος — ο Григорий – 1) имя некоторых святых Православной Церкви: ο Γρηγόριος ο Νύσσης святой Григорий Нисский, епископ: Январь 10; ο Γρηγόριος ο Θεολόγος святой Григорий Богослов, Константинопольский, патриарх, вселенский учитель: Январь 25, 30 (3… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.